Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Χρυσά στεφάνια σε σκοτεινές σπηλιές

«Εκτός αν είν’ ο οργασμός

Νόμος του παρελθόντος,

Μηχανισμός του ανεπανάληπτου»

Κική Δημουλά

Χωρίς να τα φοράει κανείς

Δεκάδες, να λάμπουν μέσα στην αχρηστία τους,

Μέσα στις προθήκες αντικατοπτρίζουν πολλαπλώς την μεταλλική αξία τους.

Δεν ξέρω τι πρέπει να θυμίζουν.

Έχουν πάνω μικρά λουλούδια, λεπτά φιδίσια στελέχη,

Φύλλα πολλά, απ’ αυτά που δεν πέφτουνε στο χώμα.

Για τα κεφάλια των νεκρών - αφόρετα

Και στα μάτια μου σκιά ανούσια λαμπερή.

Δεν ξέρω τι πρέπει να σημαίνουν.

Δεν είναι για κανέναν – κρυμμένες μίζες θεϊκές- καλό να μην τα δει ποτέ κανείς,

μην τάχα καταλάβουμε κι ότι μετά το θάνατο

Το αθάνατο εξαγοράζεται.

Η ξιπασιά τόσων αιώνων με κολλάει στον τοίχο.

Πρώτα εγώ, πρώτα οι άλλοι

«μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων»

Ανδρέας Εμπειρίκος


Και πώς αλλιώς να πας μπροστά όταν δεν σκέφτεσαι τον άλλον;

Όταν η προσωπική σου επιτυχία έρχεται σε άμεση αντίθεση με την ευτυχία του πλησίον σου, δεν αυτοαναιρείται ο ίδιος ο στόχος σου; Ποτέ δεν κατάλαβα πως μπορούν και κοιμούνται τα βράδια αυτοί που εκτελούν ενσυνείδητα πράξεις βλαβερές στους γύρω. Μήπως η πράξη της βλάβης είναι κάτι που σταδιακά γίνεται ασήμαντο, όπως η αίσθηση του γιατρού εμπρός στο σώμα το άψυχο;

Είναι τελικά η κακία η πανανθρώπινη αξία που λάμπει ανά τους αιώνες;

Ίσως ακούγονται δήθεν χριστιανικά/δήθεν ιδεαλιστικά/λιγάκι δήθεν όλα αυτά.

Αλλά η βλάβη πληρώνεται πάντα με μεγάλο επιτόκιο.

Σκηνή πρώτη: πολιτικός που παίρνει μίζες/κανάλια/εξεταστικές/αθώος.

Σκηνή δεύτερη: επιχειρηματίας που μολύνει/δικηγόροι/μάρτυρες/αθώος.

Σκηνή τρίτη: παπάς που δε μετανιώνει/δεν κλαίει νυχθημερόν/δεν ολοφύρεται/αθώος.

Έξοδος: εγώ που τους ανέχομαι/εγώ που με ανέχομαι.

Αλλά και πάλι

Σταθμίζοντας τις περιστάσεις, εδώ στο χείλος των αβύσσων,

Ίσως να πρέπει να σιωπήσω,

Ίσως να μην προτάξω το δάχτυλό μου,

Ίσως να φταίνε οι άβυσσοι

Άλλωστε δεν είναι πια καιροί για υπερήρωες.


Η επιστροφή του φόβου


Ο φόβος τρύπωσε στην καρδιά μου από το ακουστικό του τηλεφώνου μου. Από την άκρη της γραμμής, ορθή κοφτή, ασθμαίνοντας, πιο βαριά απ’ ότι συνήθως, η φωνή του κοριτσιού μου. «Τι έχεις, κλαις;», τη ρώτησα και μου απάντησε γρήγορα «δεν μπορούμε ν’ αναπνεύσουμε, δε μπορούμε να βγούμε, θα πεθάνουμε, θα πεθάνουμε». Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρήγορα, μάζεψα τους χτύπους της, προσπάθησα να τους βάλω σε μια σειρά για να μην τρέμει η φωνή μου: «Τι έγινε αγάπη μου;». «Ρίξανε μολότοφ στο μαγαζί, στο ισόγειο, ήρθανε με βαριοπούλες, δε μπορούμε να βγούμε, είναι απ’ έξω από την είσοδο της οικοδομής, έχει γεμίσει καπνούς, είναι καμιά τριανταριά κάτω, θα καούμε ζωντανοί, θα καούμε ζωντανοί, μ’ ακούς;». Τα πόδια μου κόπηκαν, ένιωσα την ανάγκη να φωνάξω, έπρεπε κάτι να πω: «Ηρέμησε, αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά, προσπαθήστε ξανά να βγείτε». Το κορίτσι μου κάτι ψέλλισε, κάτι σαν «σε αγαπώ» ή «θα πεθάνω», που δεν κατάλαβα καλά και η μάνα της ακούστηκε τσιρίζοντας στο βάθος «έλα θα καούμε, τρέξε, φεύγουμε» και η γραμμή έκλεισε απότομα.

Έμεινα με τα πόδια να τρέμουν, γνωρίζοντας ότι από την άλλη μεριά της πόλης δε μπορούσα να κάνω τίποτα, ότι ήταν αβοήθητη. Πέντε λεπτά αργότερα χτύπησε το κινητό μου «έλα αγάπη μου τι έγινε, βγήκατε;». Απάντησε τσιρίζοντας ανάμεσα στους λυγμούς και το βήχα «Καίγεται το σπίτι μου, καίγεται το σπίτι μου, καίγεται το σπίτι μου». «Ηρέμησε μωρό μου, όλα θα πάνε καλά που είσαι;», «απέναντι, βλέπω την πολυκατοικία μου, έχει πάρει φωτιά το ισόγειο και ο πρώτος όροφος». «Έλα κορίτσι μου, όλα θα πάνε καλά, δε θα φτάσει στον τρίτο, όλα θα πάνε καλά».

Η φωτιά δεν έφτασε στον τρίτο. Ο φόβος, όμως έφτασε. Το κορίτσι μου ξυπνούσε για μήνες στον ύπνο του τρομαγμένο, με την πικρή γεύση του εφιάλτη, έβλεπε ότι της καίνε το σπίτι και ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από τον άγριο όχλο με τις βαριοπούλες, ότι δεν μπορεί να σώσει τίποτα, ότι τόσα χρόνια δουλειάς θα καίγονταν μαζί με τον υπολογιστή της, ότι πέθαινε.

Φέτος το τηλέφωνο χτύπησε μεσημέρι. «Καιγόμαστε ξανά, πέταξαν μολότοφ στο ισόγειο, οι εργαζόμενοι είναι ακόμα μέσα». Οι εργαζόμενοι γλίτωσαν φεύγοντας από την πίσω πόρτα του μαγαζιού και η επέμβαση της πυροσβεστικής ήταν πιο γρήγορη. Τον γέρο στον τέταρτο, που δεν μπορεί να περπατήσει, τον κατέβασαν γρήγορα με το καροτσάκι. Το κορίτσι μου είχε σώσει τη δουλειά της σε εξωτερικό σκληρό. Όλοι ήταν πιο έτοιμοι για μια ενδεχόμενη καταστροφή της ζωής τους.

Φέτος καταστράφηκε μόνο η επιχείρηση του ισογείου. Ο φόβος όμως ξανάρθε. Και μύρισε η καρδιά μου ξανά καμένο πλαστικό και τρόμο, μια μυρωδιά που όσο και να πλένω την καρδιά μου δε φεύγει.

Compiling complete discography


συνθέτοντας τη δισκογραφία της ζωής μου

βλέπω μόνο εσένα

ξανά και ξανά

πίσω απ’ τα μάτια μου

πριν απ’ την κάθε μου κίνηση

σα να ‘σουνα πάντα εδώ

και να παίζαμε μαζί από μωρά

ξανά και ξανά

μόνο εσύ

στ΄αγορίστικά μου όνειρα

χωρίς καμιά αμφιβολία

όλα τα τραγούδια μου τα ύφαινα για σένα

πάντα για σένα

ξανά

και ξανά.

Υποκλίνομαι μεγάλε μάγιστρε

Η γραμματική της φαντασίας είναι πλέον ανορθόγραφη χωρίς εσένα.

Αναπαύσου, σε κόσμους τόσο μαγικά πλούσιους, σαν αυτούς που δημιούργησες.

“Το παρόν σου έσβησε μπροστά σε δύο αιωνιότητες, του παρελθόντος και του μέλλοντός σου”.

Милорад Павић 1929-2009


Ζητούνται ήδη νεκροί

«…Δεν ένιωσες ποτέ ότι έπρεπε να βιαστείς, να βιαστείς, να βιαστείς

και ότι ο χρόνος λιγοστεύει; Πιστεύεις ότι είσαι αθάνατος;»

Λίγο από πρόκληση, λίγο από ηδονή, απαντούσα:

«Αυτό ακριβώς: πιστεύω ότι είμαι αθάνατος».

Jean-Paul Sartre


Κλείνοντας την πόρτα στους ατελείωτους δρόμους με τα λάθη μου,

Ρίχνοντας φως σε εκείνα που έκρυψα,

Σμίγοντας δεμάτι όλα τα καλά μακριά φιλιά μου

Γραβατώθηκα τα όνειρά μου τ’ άπιαστα, τα πιο ψηλά, εκείνα που μ’ έσφιγγαν παλιά,

Και κίνησα να με προσλάβουνε –είχε πιάσει το μάτι μου εκείνη την αγγελία του θανάτου.

Περίμενα σε μια ουρά δυστυχισμένη, με άλλους που λιποθυμούσαν απ’ την αγωνία κι άλλους που μετάνιωναν ασθμαίνοντας,

Κι ήρθε η σειρά μου

Κι αράδιασα τους έρωτες, τα παιδιάστικα παιχνίδια,

Δυο τρία ποιήματα που είχα πρόχειρα στις τσέπες,

Τους είπα για τα βλέμματά μας, που διασταυρωνόταν πάντα χιαστί,

Και για τα λευκά λεπτά σου χέρια,

Και δεν παρέλειψα φυσικά τις συχνές ματιές στο άπειρο και τα ζεστά μάτια των φίλων.

«Εκτιμούμε τα προσόντα σας» με πληροφόρησαν με τόνο διεκπεραίωσης «αλλά δίχως προϋπηρεσία στην παραίτηση, δεν αξιώνετε μια θέση ανάμεσά μας».

Ίσως να πρέπει να μπω σε πρόγραμμα απεξαρτήσεως απ΄ το άπιαστο, σκέφτηκα,

να κοιτάξω καλύτερα πως παραιτούνται οι γύρω,

να δυστυχήσω όμορφα παραπονούμενος.

έτοιμοι φίλοι διαθέσιμοι

…χωρίς να αναρωτιέμαι και πολύ

αν μου απέδιδε στο ελάχιστο αυτό το συναίσθημα.

Δεν το απέδιδε, όχι.

Τόμας Μάν


Πόσο πολύ μπορεί να χαθεί κανείς στις διαδικασίες.


Διαδικαστικά καφέ και διεκπεραιωτικά τσιμπούσια και φίλοι που πάνε κι έρχονται μηχανικά. Προσπαθώντας όσο πιο πολύ να χάσουμε το μίζερο παλτό που φοράμε κάθε μέρα. Η πραγματικότητα όμως είναι εσώρουχο στενό.


Όσο τους βλέπω να περιδιαβαίνουν στους διαδρόμους μου, όλο και περισσότερο θέλω να τους κάνω έξωση. Που μόνο γέλια πίσω από τα ποτήρια και μετά, άντε πάνε ζήσε.


Θα θελα μια μέρα να συντάξω ένα λεξικό των ευτυχισμένων μου στιγμών και να αφαιρέσω όλους τους φίλους τους παράταιρους, που απαντώνται μόνο στο τρίτο πρόσωπο κι ούτε που κλίνονται.


Ήρθε ο σερβιτόρος και με ρώτησε: «Να τα μαζέψω αυτά;» και μου έδειξε τις μέρες που περπάτησα στην ανοησία.


«Μάζεψ’ τα» δήλωσα ανακουφισμένος «και φέρε και το λογαριασμό».