Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Χρυσά στεφάνια σε σκοτεινές σπηλιές

«Εκτός αν είν’ ο οργασμός

Νόμος του παρελθόντος,

Μηχανισμός του ανεπανάληπτου»

Κική Δημουλά

Χωρίς να τα φοράει κανείς

Δεκάδες, να λάμπουν μέσα στην αχρηστία τους,

Μέσα στις προθήκες αντικατοπτρίζουν πολλαπλώς την μεταλλική αξία τους.

Δεν ξέρω τι πρέπει να θυμίζουν.

Έχουν πάνω μικρά λουλούδια, λεπτά φιδίσια στελέχη,

Φύλλα πολλά, απ’ αυτά που δεν πέφτουνε στο χώμα.

Για τα κεφάλια των νεκρών - αφόρετα

Και στα μάτια μου σκιά ανούσια λαμπερή.

Δεν ξέρω τι πρέπει να σημαίνουν.

Δεν είναι για κανέναν – κρυμμένες μίζες θεϊκές- καλό να μην τα δει ποτέ κανείς,

μην τάχα καταλάβουμε κι ότι μετά το θάνατο

Το αθάνατο εξαγοράζεται.

Η ξιπασιά τόσων αιώνων με κολλάει στον τοίχο.

Πρώτα εγώ, πρώτα οι άλλοι

«μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων»

Ανδρέας Εμπειρίκος


Και πώς αλλιώς να πας μπροστά όταν δεν σκέφτεσαι τον άλλον;

Όταν η προσωπική σου επιτυχία έρχεται σε άμεση αντίθεση με την ευτυχία του πλησίον σου, δεν αυτοαναιρείται ο ίδιος ο στόχος σου; Ποτέ δεν κατάλαβα πως μπορούν και κοιμούνται τα βράδια αυτοί που εκτελούν ενσυνείδητα πράξεις βλαβερές στους γύρω. Μήπως η πράξη της βλάβης είναι κάτι που σταδιακά γίνεται ασήμαντο, όπως η αίσθηση του γιατρού εμπρός στο σώμα το άψυχο;

Είναι τελικά η κακία η πανανθρώπινη αξία που λάμπει ανά τους αιώνες;

Ίσως ακούγονται δήθεν χριστιανικά/δήθεν ιδεαλιστικά/λιγάκι δήθεν όλα αυτά.

Αλλά η βλάβη πληρώνεται πάντα με μεγάλο επιτόκιο.

Σκηνή πρώτη: πολιτικός που παίρνει μίζες/κανάλια/εξεταστικές/αθώος.

Σκηνή δεύτερη: επιχειρηματίας που μολύνει/δικηγόροι/μάρτυρες/αθώος.

Σκηνή τρίτη: παπάς που δε μετανιώνει/δεν κλαίει νυχθημερόν/δεν ολοφύρεται/αθώος.

Έξοδος: εγώ που τους ανέχομαι/εγώ που με ανέχομαι.

Αλλά και πάλι

Σταθμίζοντας τις περιστάσεις, εδώ στο χείλος των αβύσσων,

Ίσως να πρέπει να σιωπήσω,

Ίσως να μην προτάξω το δάχτυλό μου,

Ίσως να φταίνε οι άβυσσοι

Άλλωστε δεν είναι πια καιροί για υπερήρωες.


Η επιστροφή του φόβου


Ο φόβος τρύπωσε στην καρδιά μου από το ακουστικό του τηλεφώνου μου. Από την άκρη της γραμμής, ορθή κοφτή, ασθμαίνοντας, πιο βαριά απ’ ότι συνήθως, η φωνή του κοριτσιού μου. «Τι έχεις, κλαις;», τη ρώτησα και μου απάντησε γρήγορα «δεν μπορούμε ν’ αναπνεύσουμε, δε μπορούμε να βγούμε, θα πεθάνουμε, θα πεθάνουμε». Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρήγορα, μάζεψα τους χτύπους της, προσπάθησα να τους βάλω σε μια σειρά για να μην τρέμει η φωνή μου: «Τι έγινε αγάπη μου;». «Ρίξανε μολότοφ στο μαγαζί, στο ισόγειο, ήρθανε με βαριοπούλες, δε μπορούμε να βγούμε, είναι απ’ έξω από την είσοδο της οικοδομής, έχει γεμίσει καπνούς, είναι καμιά τριανταριά κάτω, θα καούμε ζωντανοί, θα καούμε ζωντανοί, μ’ ακούς;». Τα πόδια μου κόπηκαν, ένιωσα την ανάγκη να φωνάξω, έπρεπε κάτι να πω: «Ηρέμησε, αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά, προσπαθήστε ξανά να βγείτε». Το κορίτσι μου κάτι ψέλλισε, κάτι σαν «σε αγαπώ» ή «θα πεθάνω», που δεν κατάλαβα καλά και η μάνα της ακούστηκε τσιρίζοντας στο βάθος «έλα θα καούμε, τρέξε, φεύγουμε» και η γραμμή έκλεισε απότομα.

Έμεινα με τα πόδια να τρέμουν, γνωρίζοντας ότι από την άλλη μεριά της πόλης δε μπορούσα να κάνω τίποτα, ότι ήταν αβοήθητη. Πέντε λεπτά αργότερα χτύπησε το κινητό μου «έλα αγάπη μου τι έγινε, βγήκατε;». Απάντησε τσιρίζοντας ανάμεσα στους λυγμούς και το βήχα «Καίγεται το σπίτι μου, καίγεται το σπίτι μου, καίγεται το σπίτι μου». «Ηρέμησε μωρό μου, όλα θα πάνε καλά που είσαι;», «απέναντι, βλέπω την πολυκατοικία μου, έχει πάρει φωτιά το ισόγειο και ο πρώτος όροφος». «Έλα κορίτσι μου, όλα θα πάνε καλά, δε θα φτάσει στον τρίτο, όλα θα πάνε καλά».

Η φωτιά δεν έφτασε στον τρίτο. Ο φόβος, όμως έφτασε. Το κορίτσι μου ξυπνούσε για μήνες στον ύπνο του τρομαγμένο, με την πικρή γεύση του εφιάλτη, έβλεπε ότι της καίνε το σπίτι και ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από τον άγριο όχλο με τις βαριοπούλες, ότι δεν μπορεί να σώσει τίποτα, ότι τόσα χρόνια δουλειάς θα καίγονταν μαζί με τον υπολογιστή της, ότι πέθαινε.

Φέτος το τηλέφωνο χτύπησε μεσημέρι. «Καιγόμαστε ξανά, πέταξαν μολότοφ στο ισόγειο, οι εργαζόμενοι είναι ακόμα μέσα». Οι εργαζόμενοι γλίτωσαν φεύγοντας από την πίσω πόρτα του μαγαζιού και η επέμβαση της πυροσβεστικής ήταν πιο γρήγορη. Τον γέρο στον τέταρτο, που δεν μπορεί να περπατήσει, τον κατέβασαν γρήγορα με το καροτσάκι. Το κορίτσι μου είχε σώσει τη δουλειά της σε εξωτερικό σκληρό. Όλοι ήταν πιο έτοιμοι για μια ενδεχόμενη καταστροφή της ζωής τους.

Φέτος καταστράφηκε μόνο η επιχείρηση του ισογείου. Ο φόβος όμως ξανάρθε. Και μύρισε η καρδιά μου ξανά καμένο πλαστικό και τρόμο, μια μυρωδιά που όσο και να πλένω την καρδιά μου δε φεύγει.

Compiling complete discography


συνθέτοντας τη δισκογραφία της ζωής μου

βλέπω μόνο εσένα

ξανά και ξανά

πίσω απ’ τα μάτια μου

πριν απ’ την κάθε μου κίνηση

σα να ‘σουνα πάντα εδώ

και να παίζαμε μαζί από μωρά

ξανά και ξανά

μόνο εσύ

στ΄αγορίστικά μου όνειρα

χωρίς καμιά αμφιβολία

όλα τα τραγούδια μου τα ύφαινα για σένα

πάντα για σένα

ξανά

και ξανά.

Υποκλίνομαι μεγάλε μάγιστρε

Η γραμματική της φαντασίας είναι πλέον ανορθόγραφη χωρίς εσένα.

Αναπαύσου, σε κόσμους τόσο μαγικά πλούσιους, σαν αυτούς που δημιούργησες.

“Το παρόν σου έσβησε μπροστά σε δύο αιωνιότητες, του παρελθόντος και του μέλλοντός σου”.

Милорад Павић 1929-2009


Ζητούνται ήδη νεκροί

«…Δεν ένιωσες ποτέ ότι έπρεπε να βιαστείς, να βιαστείς, να βιαστείς

και ότι ο χρόνος λιγοστεύει; Πιστεύεις ότι είσαι αθάνατος;»

Λίγο από πρόκληση, λίγο από ηδονή, απαντούσα:

«Αυτό ακριβώς: πιστεύω ότι είμαι αθάνατος».

Jean-Paul Sartre


Κλείνοντας την πόρτα στους ατελείωτους δρόμους με τα λάθη μου,

Ρίχνοντας φως σε εκείνα που έκρυψα,

Σμίγοντας δεμάτι όλα τα καλά μακριά φιλιά μου

Γραβατώθηκα τα όνειρά μου τ’ άπιαστα, τα πιο ψηλά, εκείνα που μ’ έσφιγγαν παλιά,

Και κίνησα να με προσλάβουνε –είχε πιάσει το μάτι μου εκείνη την αγγελία του θανάτου.

Περίμενα σε μια ουρά δυστυχισμένη, με άλλους που λιποθυμούσαν απ’ την αγωνία κι άλλους που μετάνιωναν ασθμαίνοντας,

Κι ήρθε η σειρά μου

Κι αράδιασα τους έρωτες, τα παιδιάστικα παιχνίδια,

Δυο τρία ποιήματα που είχα πρόχειρα στις τσέπες,

Τους είπα για τα βλέμματά μας, που διασταυρωνόταν πάντα χιαστί,

Και για τα λευκά λεπτά σου χέρια,

Και δεν παρέλειψα φυσικά τις συχνές ματιές στο άπειρο και τα ζεστά μάτια των φίλων.

«Εκτιμούμε τα προσόντα σας» με πληροφόρησαν με τόνο διεκπεραίωσης «αλλά δίχως προϋπηρεσία στην παραίτηση, δεν αξιώνετε μια θέση ανάμεσά μας».

Ίσως να πρέπει να μπω σε πρόγραμμα απεξαρτήσεως απ΄ το άπιαστο, σκέφτηκα,

να κοιτάξω καλύτερα πως παραιτούνται οι γύρω,

να δυστυχήσω όμορφα παραπονούμενος.

έτοιμοι φίλοι διαθέσιμοι

…χωρίς να αναρωτιέμαι και πολύ

αν μου απέδιδε στο ελάχιστο αυτό το συναίσθημα.

Δεν το απέδιδε, όχι.

Τόμας Μάν


Πόσο πολύ μπορεί να χαθεί κανείς στις διαδικασίες.


Διαδικαστικά καφέ και διεκπεραιωτικά τσιμπούσια και φίλοι που πάνε κι έρχονται μηχανικά. Προσπαθώντας όσο πιο πολύ να χάσουμε το μίζερο παλτό που φοράμε κάθε μέρα. Η πραγματικότητα όμως είναι εσώρουχο στενό.


Όσο τους βλέπω να περιδιαβαίνουν στους διαδρόμους μου, όλο και περισσότερο θέλω να τους κάνω έξωση. Που μόνο γέλια πίσω από τα ποτήρια και μετά, άντε πάνε ζήσε.


Θα θελα μια μέρα να συντάξω ένα λεξικό των ευτυχισμένων μου στιγμών και να αφαιρέσω όλους τους φίλους τους παράταιρους, που απαντώνται μόνο στο τρίτο πρόσωπο κι ούτε που κλίνονται.


Ήρθε ο σερβιτόρος και με ρώτησε: «Να τα μαζέψω αυτά;» και μου έδειξε τις μέρες που περπάτησα στην ανοησία.


«Μάζεψ’ τα» δήλωσα ανακουφισμένος «και φέρε και το λογαριασμό».

εφήμερα συμφέροντα ηλιθίων

Πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ουκ εγώ εξουσιασθήσομαι υπό τινος.

Προς Κορινθίους Α΄


Δεν είναι όλα αυτά που κάνω προς το συμφέρον μου. Αυτό είναι σίγουρο.


Εξουσιάζομαι απείθαρχος ακόμα κι από πράγματα που κατά βάθος δε μου αρέσουν. Είναι η ανθρώπινή μου ιδιότητα δικαιολογία για να φέρομαι ηλιθίως; Από την άλλη, όταν κρίνει κανείς τον εαυτό του, πόσο αυστηρά είναι το πολύ αυστηρά;


Υπάρχει κάποιος εκεί έξω που πριν κοιμηθεί το βράδυ μονολογεί: έκανα ότι ήταν δυνατό, έκανα ότι μπορούσα, ότι περνούσε από το χέρι μου; Πραγματικά υπάρχει κάποιος ουσιαστικά ικανοποιημένος με τη μετριότητά του; Είναι ποτέ δυνατή μια γνήσια προσωπική ολοκλήρωση;


Δηλαδή: έστω ότι έχεις κορέσει τις σωματικές σου ανάγκες και έχεις υλοποιήσει τους εφήμερους/επιφανειακούς/επίγειους στόχους που είχες θέσει εξαρχής, δεν έρχεσαι εντέλει αντιμέτωπος με το σκληρό καθρέφτη της μάταιάς σου ύπαρξης; Και όταν δε λες πια «να ‘χα ένα αυτοκίνητο/παλάτι/στρατό», τι λες για να βαδίσεις μπροστά; Παίρνει μπρος τότε το ένστικτο της κοινωνικής ύπαρξης και αυτομάτως κάνεις παιδιά/πολιτική/δωρεές για να χρυσώσεις το βρωμερό σαρκίο σου σαν αντίδωρο στην αιωνιότητα; Ίσως όμως έτσι να φας όλη σου τη ζωή μέσα στην κενότητα.


Σε όλους αυτούς που εύχονται να κερδίσουν το λόττο, εύχομαι να πάψουν να εξουσιάζονται από το μίζερο εαυτό τους.


Τι κι αν οι περισσότεροι αδιάβαστοι σχεδόν θα πάνε τη *Δευτέρα*;


Όλο και κάποιοι θα έχουν φροντίσει να λύσουν τις πνευματικές τους ασκήσεις ήδη από την Παρασκευή.

περήφανη επαρχιώτικη απελπισία

So very difficult, Yeats, beauty so difficult.

Ezra Pound


Περί παρακμής ο λόγος.


Παραμονή Δεκαπενταύγουστου. Πήχτρα το μαγαζί. Όλοι καπνίζουν. Mεθυσμένοι. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να είναι έξω. Έχουν πει ότι χρειάζεται να έχει ειπωθεί. Έχουν βάλει τα καλά τους και έχουν βγει έξω. Με τους ίδιους και τους ίδιους. Να πουν τα ίδια και τα ίδια. Είναι όμορφο (και μικρό) το χωριό. Όλοι ξέρουν τα πάντα για τους πάντες. Μα εξακολουθούν να βγαίνουν και να πίνουν. Κανείς δεν έχει λεφτά. Όλοι ζουν με δανεικά. Δουλειές του ποδαριού, σχέσεις του ποδαριού, ναρκωτικά. Η μουσική εκκωφαντική – δε μιλάει κανείς (Θεέ μου τι αντίθεση), κοιτιούνται όλοι λυπημένα, σα να λένε: πώς παγιδευτήκαμε έτσι εδώ; Τι ασφυξία, Θεέ μου. Έχω την εντύπωση ότι όλοι θέλουν να βάλουν τα κλάματα. Μόνο η απελπισία χορεύει στα μάτια τους.


Ένας παλιός μου φίλος παραπονέθηκε: «είμαι στην πιο δημιουργική μου φάση, αλλά είναι δύσκολη η συγκυρία». Θεέ μου, σκέφτηκα, ποιά συγκυρία θα σε έσωζε εδώ; «Γιατί δε φεύγεις», τον ρώτησα. «Είμαι περήφανος για τον τόπο μου εδώ», είπε και αναστέναξε «και που να πάω τώρα πια»;


Ω τόποι υστερικοί, με τους κατοίκους σας αλλοπρόσαλλους και τόσο δυστυχείς! Ω τόποι υστερικοί, που κάποτε μυρίζατε δύναμη και μωρά παιδιά, πότε πνιγήκατε σ΄ αυτήν την τόσο απαισιόδοξη τσιγαρίλα;


Την επόμενη μέρα όλοι χορεύουνε,

Περήφανοι.

Τους άφησα, όπως αφήνει κανείς έναν όμορφο νεκρό αρχαιολογικό χώρο.

φωτεινοί ελπιδοφόροι αγαπημένοι

Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και τη νύκτα, (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.

Ανδρέας Εμπειρίκος


Το «άιντε» το λένε όλοι οι βαλκάνιοι. Το λέω κι εγώ καθημερινά, δέρνοντας τον απείθαρχο εαυτό μου. Δεν ξέρω ώρες ώρες τι με κάνει να συνεχίζω. Λίγο οι υποσχέσεις που έχω δώσει, λίγο οι ελπίδες μου για το ανείπωτο θησαυρό του μέλλοντός μου – αυτόν που μού ‘χω τάξει, μα ποτέ δεν έχω δει.


Άιντε λίγο ακόμα. Άιντε μην τα παρατάς. Άιντε αγάπα περισσότερο. Η δύναμη προκύπτει απ’ την προσπάθεια. Όσο πιο πολύ γυμνάζεις τους στόχους σου, τόσο πιο καλογραμμωμένοι φαντάζουν, τόσο πιο ικανοί να σε σηκώσουν ψηλότερα.


Ψηλότερα, άιντε και πιο πάνω κι αμολάω την καλούμπα της φαντασίας μου μέχρι εκεί που φτάνει η διάνοιά μου. Και ξαφνικά ο αέρας των ελπίδων μου κοπάζει κι ο ονειρικός μου χαρταετός τσακίζεται με ορμή στα χαμηλά. Και τότε πάλι απ’ την αρχή: άιντε λίγο ακόμα, άιντε μην τα παρατάς.


Το μόνο μου σημείο αναφοράς, απάνεμο, αυτοί που αγαπώ. Ένας φάρος που το λεπτό φυτίλι του πρέπει ν’ ανάβω καθημερινά και αδιαλείπτως.


Αυτοί που μ’ αγαπούν, γι’ αυτούς τα κάνω όλα. Κι όταν το βλέμμα μου κομπιάζει, αυτοί με παίρνουν απ’ το χέρι και με περνούν απέναντι – εκεί που ήθελα να φτάσω. Γιατί πάντα υπάρχουν άνθρωποι που συλλέγουν προσεκτικά τα «σ’ αγαπώ», τα καρφιτσώνουν σαν πεταλούδες σε μεγάλα φυτολόγια ή κοιμούνται μ’ αυτά κάτω απ’ το μαξιλάρι τους.


Η ελπίδα μου στα μάτια τους, αυτή είναι η συντομότερη οδός για τα όνειρά μου.

Γι΄ αυτό και μέσα στο ζόρι πάντα ψέλνω κάτω από τα χείλη μου:

Άιντε,

αγάπα λίγο περισσότερο.

μετα - νεοελληνικός σκοταδισμός

…σαν τους Έλληνες. Σαν τους θεούς τους. Που είναι μικροπρεπείς, τσακώνονται, καυγαδίζουν. Μισούν. Δολοφονούν. Γαμούν. Το μόνο που θέλει ο Δίας είναι να γαμήσει –θεές, θνητές, δαμάλες, θηλυκές αρκούδες – κι όχι μόνο με την κανονική του μορφή αλλά, κι αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον, παίρνοντας τη μορφή ζώων.

Φίλιπ Ροθ


«Μην περιμένεις να αλλάξεις εσύ τον κόσμο» μου είπαν οι δικοί μου όταν μικρός τους είπα ότι όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω πρωθυπουργός. Που να ξέρω τότε ότι όχι μόνο τον κόσμο δε θα άλλαζα, αλλά θα επιθυμούσα να γίνω γρανάζι στο σύστημα που μισούσα.


«Πρέπει να μάθεις να πατάς επί πτωμάτων. Μην κοιτάς εμάς, εμείς σε καλομάθαμε. Ο κόσμος εκεί έξω είναι κακός». Αυτή ήταν η δεύτερη συμβουλή.


«Καλό κι αυτό, αλλά γιατί δεν ψάχνεις και μια θέση στο δημόσιο, να έχεις την ηρεμία σου, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, να έχεις ένα μισθό ό τι κι αν γίνει»; Η τρίτη.


Μεγαλώνοντας άρχισα να πιστεύω ότι οι δικοί μου ήταν στενόμυαλοι. Τώρα πια είμαι πεπεισμένος ότι ήταν απλώς ένα χαρακτηριστικό δείγμα των πολιτών αυτής της χώρας.


Αδιαφορία, Βιαιότητα, Ωχαδερφισμός. Αυτό είναι το τρίπτυχο του μετα-νεοελληνικού ιδεολογικού πανθέου. Αν εξαιρέσουμε τις εξαιρέσεις, αυτή είναι η ανάγλυφη πραγματικότητα. Και δε μιλάω μόνο για την αισχρή καθημερινότητα. Μιλάω για το μεγάλο και το υψηλό. Η ελληνική κοινωνία διαβρώνεται εκ των έσω και εκ των νεοσσών της. Ακόμα και οι νέοι ονειροπόλοι σαρώνονται συλλήβδην και ορμητικώς μπροστά στον κυνισμό του μετα-νεοέλληνα. (Σε ποιά παραλία /7 ευρώ ξαπλώστρα να απλώσεις το κορμί σου να δεις τα άστρα, σε ποιά σχολή/εκδρομή ΔΑΠ, πάρτι ΠΑΣΠ να κάνεις επανάσταση, σε ποιό κοίλο θεάτρου/Λαμπράκηδω*και Μπακατσέλω* να ακουστεί η νότα που πρέπει, η λέξη που θέλω). Χίλια πάρε-δώσε-λάδωσε και χίλια κοίτα-νά τα-σώπασε. Και ποτέ ένα φτάνει –κουράστηκα – δε θέλω πια, ένα σιχάθηκα-απηύδησα-θα αρχίσω εκ νέου. Ποτέ κανείς.


Μάθαμε κι εμείς, όπως κι οι άλλοι οι προηγούμενοι, γίναμε ζώα.


Κι ας μη παραπονιόμαστε όταν γαμιέται ο Δίας.

εγώ αυτός εγώ

Θα πρέπει να αναθεωρήσω πλήρως τις απόψεις μου, να τι πρέπει να κάνω.

Τζ. Μ. Κούτσι

Περνώντας τα χρόνια μεγαλώνει το πεδίο του παιχνιδιού του. Τον νιώθω κάθε μέρα να λαμβάνει περισσότερες αποφάσεις στη θέση μου. Ίσως και να γίνομαι αυτός.


Μερικές φορές μιλάμε. Όχι συζητήσεις σε βάθος. Προτάσεις μικρές, άλλοτε λέξεις: σε βλέπω/ τι προσπαθείς να κάνεις τώρα/ πότε επιτέλους θα σταματήσεις/ φύγε.


Τον έχω μάθει. Τον αφήνω να κάνει του κεφαλιού του, να μου χαλάει τα σχέδια, να με βυθίζει στα μελαγχολικά νερά που τόσο του αρέσουνε. Σα να ‘ταν το παιδί μου ή να ‘μασταν ερωτευμένοι. Η συμπεριφορά του γίνεται ανυπόφορη κατά καιρούς. Διατάζει κι ακολουθώ κατά πόδας, σα μικρός υποτακτικός, σαν κατοικίδιο. Και κατά βάθος θέλω να διατάζει, να αποφασίζει και να συμπαρασύρομαι, να με φτάνει στον πάτο, να ντρέπομαι για τον εαυτό μου, γι’ αυτά που με έβαλε να κάνω.


Κάποια απ’ αυτές τις μέρες πρέπει να αποτινάξω τα δάχτυλά του από τα χέρια μου, τα μάτια του απ’ το βλέμμα του, τη μυωπία του από τα όνειρά μου τα μεγάλα.


Και να δηλώσω επανάσταση

στον φορεμένο απ’ την ανάποδη που δεν αναγνωρίζω,

στον άλλο μου εαυτό.

ευτυχείς άφρονες παράφρονες

Ουδείς γάρ τών αφρόνων οίς έχει αρκείται,

μάλλον δέ οίς ούκ έχει οδύναται.

Επίκουρος


Σε ποιό σημείο ακριβώς πρέπει να σταματήσω και να πω: εδώ είμαι, αρκούμαι οίς έχω, είμαι ικανοποιημένος;


Είμαι σίγουρα χαρούμενος. Κοντά σε αυτό που ορίζω εγώ ως ευτυχία. Σημαίνει αυτό ότι θα πρέπει να σταματήσω κάθε προσπάθεια για να αλλάξω, να γίνω καλύτερος; Ό,τι και να έχω καταφέρει να κάνω, να μάθω, να νιώσω, να πω είναι απλά μέρος μόνο της αλήθειας. Πρέπει να αρκούμαι στα θέσφατα της προσωπικής μου έως τώρα εμπειρίας; Γιατί, άντε, ας δεχτούμε ότι πράγματι «ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά», που λέει κι ο ποιητής. Πρέπει να καθορίζει το παρελθόν μας το μέλλον μας;


Τι γίνεται με αυτά που κάποτε λαχτάρησα και ποτέ δεν τα γεύτηκα, μ’ αυτά που ορέχτηκα και ποτέ δε μου δόθηκαν, μ’ αυτά που μου γυάλισαν και ποτέ δεν κατάκτησα. Υπάρχει κάποιος που θα με αναγκάσει να δεχτώ αυτό το κοντόφθαλμο «φτάνει πιά, έως εδώ, αρκετά»; Δεν είμαστε εν δυνάμει όλοι μας ορειβάτες του προσωπικού μας Ολύμπου;


Στο διάολο οι έτοιμες μασημένες φιλοσοφίες των άλλων, οι απόψεις τους για το σωστό, για τον κήπο της ηδονής τους, για εμένα, για τους ίδιους, για τα πάντα. Η αλήθεια μου είναι κατάδική μου και τις αρετές της προσωπικής μου μυθολογίας τις ορίζω μόνο εγώ. Μονίμως ευτυχισμένος και μονίμως ανικανοποίητος. Δε θέλω να ζήσω στο σώμα και το πνεύμα κανενός άλλου.


Νιώθω έναν μικρό θάνατο κάθε φορά που ξεχνάω ένα μου όνειρο.


Ίσως η Επικούρεια φιλοσοφία να μην ταιριάζει στους ονειροπόλους.

αποκόπτοντας αφόρητες συναναστροφές

Άνθρωπε σύ που βολοδέρνεις

μόνος – ολόμονος – τι γυροφέρνεις

μέσ’ τον απέραντο ωκεανό;

πως δε φοβάσαι μη ναυαγήσεις;

Νίκος Εγγονόπουλος


Θέλω να μιλήσω για ξεκαθαρίσματα.


Αν μου δινόταν η ευκαιρία για μία μόνο ευχή, θα ήθελα να ξαναρχίσω τη ζωή μου απ’ την αρχή. Όπως ακριβώς μου δόθηκε, μόνο να λείπουν τα δικά μου λάθη. Και τα λάθη μου τα μεγαλύτερα είναι που πλήγωσα τους γύρω μου. Όποιοι κι αν ήταν αυτοί. Άτομα που μισούσα κι άνθρωποι που λάτρευα.


Θέλω να μιλήσω για ξεκαθαρίσματα. Για επιλογές ανθρώπων από ανθρώπους. Πως επιλέγουμε με ποιούς θα συνυπάρξουμε. Έχουμε το δικαίωμα, τη δυνατότητα, τη δύναμη να συναναστρεφόμαστε στην καθημερινότητά μας μόνο με τους ανθρώπους που πραγματικά θέλουμε και όλοι οι άλλοι να περνάνε γύρω μας απαρατήρητοι;


Θα ήταν ωραία να μονάσουμε μέσα στις πόλεις μας με τους μοναχούς που είχαμε επιλέξει εμείς; Με κάθε παράπτωμά τους να τους βγάζουμε από τη ζωή μας, έτσι απλά, να τους αποδιώχνουμε από τα κοινοβιακά μοναστήρια της ζωής μας; Έτσι απλά, επειδή δοκιμάστηκαν και απέτυχαν; Επειδή τους δώσαμε μια ευκαιρία και την πέταξαν στις λάσπες, δεν έγιναν αυτό που περιμέναμε, επειδή οικτρά μας απογοήτευσαν;


Όλος αυτός ο συρφετός που συγχρωτίζεται στα όμορφα καφέ, στα μπουζουξίδικα, στα γήπεδα, που μεταφέρουν τέλος πάντων τα σαρκία τους ομάδι, είναι μαζί από επιλογή ή από ανάγκη; Το να ψάχνεις να βρεις κάποιον, οποιονδήποτε, να «σε βγάλει έξω», να σε «κυκλοφορήσει» δεν είναι λίγο σχήμα πρωθύστερο; Δε θα πρέπει να προηγείται η φιλία, η επαφή κάποιου τύπου τουλάχιστον, και μετά να γεννιέται η ανάγκη κοινοποίησης της επαφής; Δε θα πρέπει να έρχεται κάποιος σε κοινωνία με κάποιον άλλο για την ανάγκη της ίδια της κοινωνίας αφεαυτού; Ή έχουμε διαφθαρεί προσωπικά τόσο πολύ, ώστε η ανάγκη να «δειχτούμε», να αποδείξουμε την αξία μας στους γύρω μας, μας έχει γίνει βραχνάς αγαπημένος, υποχρεώνοντάς μας να συναναστρεφόμαστε με άτομα που δε θέλουμε; Είναι ένα είδος μαζικής κοινωνικής σχιζοφρένειας. (Το βλέπω πιο ανάγλυφα –όχι και πιο έντονα όμως – σε γυναίκες. Η ανάγκη τους για ένα ταίρι, ερωτικό, φιλικό, συντροφικό, τους έχει εντυπωθεί στο μυαλό πριν γεννηθεί ξεκάθαρα η ίδια η επιθυμία. Συχνά ακούω γυναίκες να κάνουν όνειρα για τον ιδανικό γάμο τους χωρίς να έχουν βρει καν τον σύντροφο. Σαν να μην έχει αξία ο ίδιος ο γάμος αλλά η τελετή).


Και στα ξεκαθαρίσματα τώρα. Έρχεται η ώρα να κοιτάξεις του ανθρώπους που έχεις γύρω σου, κατάματα, και δε σε ικανοποιεί κανείς. Σε έχουν απογοητεύσει όλοι, τους έχεις απογοητεύσει κι εσύ. Τι κάνεις, τους πετάς; Τους λες, ε, συγγνώμη φίλε, καλά περνούσαμε τόσο καιρό, αλλά κάνοντας τον απολογισμό της ζωής μου, δε σε θέλω πια μέσα σε αυτή γιατί έχουμε πια άλλες προτεραιότητες και στόχους και προτιμήσεις. Πλέον.


Και αν βέβαια θα κάνεις ξεκαθάρισμα, όχι μισοδουλειές. Θα πρέπει να αποκόψεις πολλούς. Να μείνεις μόνος. Ψάχνοντας ξανά απ’ την αρχή. Για ανθρώπους. Που σου μοιάζουνε.


Μα πριν το ξεκαθάρισμα, να εξομολογηθείς - σε όλους. Ίσως να μοιάζει μετά σα να αρχίζεις τη ζωή σου και πάλι. Χωρίς υποχρεώσεις. Μόνο με δικαιώματα.


Και τώρα ας ξαναρχίσουμε.


Απ’ όλους σας συγγνώμη.

αραβικό μίνι μάρκετ

Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα μελίγγια μας σκοτάδι.
Νίκος Καζαντζάκης


Τι ζωή να κάνει άραγε; Είναι καλύτερα εδώ από την πατρίδα του; Νιώθει άραγε μόνος του; Να αναπολεί τις μέρες που έπαιζε μικρός; Είχε χρόνο για παιχνίδι; Μήπως τον είχαν μπάσει στη δουλειά από παιδί;


Γύρω στα σαράντα τον έκανα. Ήταν περήφανος για την πραμάτεια που είχε στοιβάζει στα είκοσι τετραγωνικά του μαγαζιού του. «Το Σουδάν δεν είναι και πολύ μακριά – μόλις τρεις ώρες με το αεροπλάνο» δήλωσε φωναχτά, χαμογελώντας. «Και η αφρικανική κουζίνα είναι πολύ δυναμωτική και κανείς δεν είναι χοντρός, να περάσετε να σας δείξω πως μαγειρεύουμε». Μας κέρασε χυμό μάνγκο. Φεύγοντας με φώναξε από μακριά – είχα ξεχάσει την τσάντα μου στο μαγαζί του. Του έσφιξα το χέρι με εκτίμηση.


Φιλότιμο. Τέτοιο που είχα καιρό να δω.


Ντρέπομαι για όλες τις κατά καιρούς εμφανιζόμενες προκαταλήψεις μου. Η ηλιθιότητά μου με κάνει πολλές φορές να ξεχνώ ότι βράζουμε όλοι στο ίδιο καζάνι. Θέλω να μάθω για τους καινούργιους μου συμπολίτες, για τα όνειρά τους, για τα πάθη τους, τις ιστορίες τους. Φτου κι απ΄ την αρχή. Χωρίς το διαστρεβλωτικό φίλτρο της εκ των προτέρων γνώσης.

ελληνική καθαρόαιμη μιζέρια

«Αρκεί να χτίσεις τη σκιά ενός ανθρώπου για να πεθάνει»

Ισμαήλ Κανταρέ


Ζω σε μια πόλη, όπου οι πολυκατοικίες, σε ορισμένα σημεία, είναι τόσο κοντά η μία με την άλλη, που με μεγάλο ζόρι μπορείς να αναπνεύσεις. Τα χρώματα παρόμοια, μουντά, άχαρα. Σκουριασμένα κάγκελα και ξεφλουδισμένοι φιστικί τοίχοι.


Όταν γύρω στα δέκα μου δε φοβόμουν πια μη χάσω το δρόμο από το σχολείο πίσω στο σπίτι, άρχισα να περιπλανιέμαι, στη γειτονιά μου, στις γύρω γειτονιές. Στα δέκα μου χρόνια ήρθα αντιμέτωπος, φάτσα φόρα, με την νεοελληνική αστική μιζέρια. Αδικαιολόγητα ψηλές πολυκατοικίες, όλες χτισμένες περίπου την ίδια εποχή, με μια αμυδρή ψευδαίσθηση πράσινου, εδώ κι εκεί. Οι ρίζες των δέντρων πρόχειρα μπηγμένες κάτω από τα πεζοδρόμια.


Κάθε μέρα δοκίμαζα να πάω και σε άλλη γειτονιά, κι έπειτα σε μια παραδιπλανή, μέχρι τις πιο μακρινές από το σπίτι μου. Στα παιδικά μου μάτια, παντού το ίδιο θέαμα. Ψηλές πολυκατοικίες με ασύμμετρα μπαλκόνια και ταράτσες πλημμυρισμένες από κεραίες.


Μετά από λίγα χρόνια, οι δικοί μου μόχθησαν να βγάλουν χρήματα να φύγουμε από αυτές τις παλιογειτονιές και πράγματι μετακομίσαμε σε μια γειτονιά, πιο ανατολικά, με καλύτερα σχολεία και πιο καινούργιες πολυκατοικίες. Έτσι κάνανε πολλοί. Τώρα στις παιδικές μου γειτονιές ήρθανε νεαρά ζευγάρια μεταναστών. Κάνουν κι αυτοί παιδιά που θα περιπλανιούνται στην μιζέρια των στριμωγμένων πολυκατοικιών και θα έχουν όνειρα να μετακομίσουν στο μέλλον ανατολικότερα.


Η μιζέρια όμως αυτή, εισπνεόμενη απ’ τα μάτια, δε ξεθωριάζει εύκολα κι αν δεν την πολεμήσεις από μικρός βουλιάζεις μέσα της για πάντα.


Τι κρίμα, ολόκληρες φρέσκιες γενιές, να μεγαλώνουμε με ένα κομμάτι ουρανό, όσο μας διατίθεται από τις χαραμάδες των πολυκατοικιών μας.