So very difficult, Yeats, beauty so difficult. Ezra Pound
Περί παρακμής ο λόγος.
Παραμονή Δεκαπενταύγουστου. Πήχτρα το μαγαζί. Όλοι καπνίζουν. Mεθυσμένοι. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να είναι έξω. Έχουν πει ότι χρειάζεται να έχει ειπωθεί. Έχουν βάλει τα καλά τους και έχουν βγει έξω. Με τους ίδιους και τους ίδιους. Να πουν τα ίδια και τα ίδια. Είναι όμορφο (και μικρό) το χωριό. Όλοι ξέρουν τα πάντα για τους πάντες. Μα εξακολουθούν να βγαίνουν και να πίνουν. Κανείς δεν έχει λεφτά. Όλοι ζουν με δανεικά. Δουλειές του ποδαριού, σχέσεις του ποδαριού, ναρκωτικά. Η μουσική εκκωφαντική – δε μιλάει κανείς (Θεέ μου τι αντίθεση), κοιτιούνται όλοι λυπημένα, σα να λένε: πώς παγιδευτήκαμε έτσι εδώ; Τι ασφυξία, Θεέ μου. Έχω την εντύπωση ότι όλοι θέλουν να βάλουν τα κλάματα. Μόνο η απελπισία χορεύει στα μάτια τους.
Ένας παλιός μου φίλος παραπονέθηκε: «είμαι στην πιο δημιουργική μου φάση, αλλά είναι δύσκολη η συγκυρία». Θεέ μου, σκέφτηκα, ποιά συγκυρία θα σε έσωζε εδώ; «Γιατί δε φεύγεις», τον ρώτησα. «Είμαι περήφανος για τον τόπο μου εδώ», είπε και αναστέναξε «και που να πάω τώρα πια»;
Ω τόποι υστερικοί, με τους κατοίκους σας αλλοπρόσαλλους και τόσο δυστυχείς! Ω τόποι υστερικοί, που κάποτε μυρίζατε δύναμη και μωρά παιδιά, πότε πνιγήκατε σ΄ αυτήν την τόσο απαισιόδοξη τσιγαρίλα;
Την επόμενη μέρα όλοι χορεύουνε,
Περήφανοι.
Τους άφησα, όπως αφήνει κανείς έναν όμορφο νεκρό αρχαιολογικό χώρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου