«…Δεν ένιωσες ποτέ ότι έπρεπε να βιαστείς, να βιαστείς, να βιαστείς
και ότι ο χρόνος λιγοστεύει; Πιστεύεις ότι είσαι αθάνατος;»
Λίγο από πρόκληση, λίγο από ηδονή, απαντούσα:
«Αυτό ακριβώς: πιστεύω ότι είμαι αθάνατος».
Jean-Paul Sartre
Κλείνοντας την πόρτα στους ατελείωτους δρόμους με τα λάθη μου,
Ρίχνοντας φως σε εκείνα που έκρυψα,
Σμίγοντας δεμάτι όλα τα καλά μακριά φιλιά μου
Γραβατώθηκα τα όνειρά μου τ’ άπιαστα, τα πιο ψηλά, εκείνα που μ’ έσφιγγαν παλιά,
Και κίνησα να με προσλάβουνε –είχε πιάσει το μάτι μου εκείνη την αγγελία του θανάτου.
Περίμενα σε μια ουρά δυστυχισμένη, με άλλους που λιποθυμούσαν απ’ την αγωνία κι άλλους που μετάνιωναν ασθμαίνοντας,
Κι ήρθε η σειρά μου
Κι αράδιασα τους έρωτες, τα παιδιάστικα παιχνίδια,
Δυο τρία ποιήματα που είχα πρόχειρα στις τσέπες,
Τους είπα για τα βλέμματά μας, που διασταυρωνόταν πάντα χιαστί,
Και για τα λευκά λεπτά σου χέρια,
Και δεν παρέλειψα φυσικά τις συχνές ματιές στο άπειρο και τα ζεστά μάτια των φίλων.
«Εκτιμούμε τα προσόντα σας» με πληροφόρησαν με τόνο διεκπεραίωσης «αλλά δίχως προϋπηρεσία στην παραίτηση, δεν αξιώνετε μια θέση ανάμεσά μας».
Ίσως να πρέπει να μπω σε πρόγραμμα απεξαρτήσεως απ΄ το άπιαστο, σκέφτηκα,
να κοιτάξω καλύτερα πως παραιτούνται οι γύρω,
να δυστυχήσω όμορφα παραπονούμενος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου